Βικέν Τσετεριάν* – Αgos.com
Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από το Ισραήλ δεν έχει καμία σχέση με τους Αρμενίους και ακόμη λιγότερο με την απονομή δικαιοσύνης. Αντίθετα, σηματοδοτεί ένα ακόμη βήμα στην επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας.
Την Κυριακή 28 Ιουνίου, η ισραηλινή κυβέρνηση ψήφισε ομόφωνα υπέρ της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων ως γενοκτονίας. Η απόφαση αυτή έρχεται έπειτα από πολλές δεκαετίες επίσημης ισραηλινής άρνησης και απόρριψης του χαρακτηρισμού ως γενοκτονίας των εκτοπισμών και των σφαγών των Οθωμανών Αρμενίων από την τουρκική εθνικιστική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από το Ισραήλ δεν σχετίζεται με τους ίδιους τους Αρμενίους. Στην πραγματικότητα, το Ισραήλ έχει επιδείξει ενεργά εχθρική στάση απέναντί τους, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της σύγκρουσης μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, όπου τάχθηκε στο πλευρό του Αζερμπαϊτζάν. Η ισραηλινή κυβέρνηση προμήθευσε το Αζερμπαϊτζάν με μεγάλες ποσότητες οπλισμού, οι οποίες αποδείχθηκαν καθοριστικές στον πόλεμο του 2020, επιτρέποντας στις αζερικές δυνάμεις να εξουδετερώσουν τα απαρχαιωμένα αρμενικά αντιαεροπορικά συστήματα. Επιπλέον, το Ισραήλ παρείχε στο Αζερμπαϊτζάν πολιτική και διπλωματική υποστήριξη στην Ουάσιγκτον, διευκολύνοντας την πρόσβασή του στα ανώτερα κέντρα λήψης αποφάσεων των Ηνωμένων Πολιτειών. Μόλις πριν από τρία χρόνια, το Ισραήλ υποστήριζε ενεργά το Αζερμπαϊτζάν στις πολιτικές του για κατάκτηση, καταστροφή και εθνοκάθαρση του Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Ούτε η ισραηλινή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων σχετίζεται με την αίσθηση δικαιοσύνης. Σε μια περίοδο κατά την οποία η ισραηλινή κυβέρνηση κατηγορείται ότι διεξάγει καταστροφικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα, εφαρμόζει πολιτικές εκτοπισμού στη Δυτική Όχθη και καταστρέφει εκατοντάδες χωριά στον Νότιο Λίβανο, η αναγνώριση μιας γενοκτονίας του παρελθόντος ακούγεται, τουλάχιστον, κενή περιεχομένου και υποκριτική.
Τι σημαίνει, λοιπόν, αυτή η καθυστερημένη και παράδοξη αναγνώριση; Για να το κατανοήσει κανείς, πρέπει πρώτα να εξετάσει γιατί το Ισραήλ αντιστεκόταν επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Υπήρχαν δύο βασικοί λόγοι. Ο πρώτος ήταν η στρατηγική συμμαχία του Ισραήλ με την Τουρκία. Για δεκαετίες, το Ισραήλ παρείχε υπηρεσίες πολιτικής υποστήριξης προς την τουρκική κυβέρνηση, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, εις βάρος των αρμενικών αιτημάτων για αναγνώριση και δικαιοσύνη. Ο δεύτερος, και σημαντικότερος, αφορούσε την εσωτερική πολιτική του Ισραήλ, καθώς οι ισραηλινοί ηγέτες υποστήριζαν ότι τίποτε δεν θα έπρεπε να συγκρίνεται με το Ολοκαύτωμα. Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων θα σήμαινε ότι το Ολοκαύτωμα δεν αποτελούσε ένα απολύτως μοναδικό ιστορικό γεγονός και ότι η τραγωδία των Εβραίων της Ευρώπης είχε προηγούμενο σε συγκρίσιμα ιστορικά γεγονότα.
Κατά συνέπεια, η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την ισραηλινή κυβέρνηση αποσκοπεί στη χρήση της ως πολιτικού όπλου απέναντι στην Τουρκία, στο πλαίσιο της ταχείας επιδείνωσης των διμερών σχέσεων. Αυτό σημαίνει ότι το Ισραήλ δηλώνει πως δεν πρόκειται πλέον να υποστηρίζει διεθνώς τις τουρκικές πολιτικές άρνησης. Αντίθετα, ενδέχεται να χρησιμοποιήσει το ζήτημα της Γενοκτονίας των Αρμενίων ως πρόσθετο μέσο άσκησης πίεσης προς την Άγκυρα. Ωστόσο, αυτή η μεταβολή πολιτικής έχει και κόστος: το Ισραήλ εγκαταλείπει τη μέχρι πρότινος πολιτική της αποκλειστικής ανάδειξης του Ολοκαυτώματος, αναγνωρίζοντας τη Γενοκτονία των Αρμενίων, με άγνωστες ακόμη μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις των ισραηλινών πολιτικών επιλογών, οι Αρμένιοι πολιτικοί δεν έχουν κανένα συμφέρον να συνδεθούν μαζί τους με οποιονδήποτε τρόπο.
Το Ισραήλ χρησιμοποιεί σήμερα τη θυματοποίηση των Αρμενίων στο πλαίσιο της νέας γεωπολιτικής αντιπαράθεσής του με την Τουρκία, μια πολιτική που μπορεί να αλλάξει ανάλογα με τις διεθνείς συγκυρίες. Από την άλλη πλευρά, αυτή η μεταστροφή αποκαλύπτει και τα όρια της τουρκικής πολιτικής άρνησης. Η τουρκική ηγεσία είχε αρκετές ευκαιρίες να αντιμετωπίσει το ιστορικό παρελθόν της, τόσο κατά τη διακυβέρνηση του Τουργκούτ Οζάλ όσο και όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν που το 2014 απηύθυνε τα «συλλυπητήριά» του προς θύματα των Αρμενίων. Κάθε φορά, όμως, η τουρκική ηγεσία υπαναχωρούσε και επέστρεφε στις πολιτικές άρνησης, διατηρώντας έτσι αυτό το μείζον ζήτημα ανοικτό, ώστε να μπορεί στο μέλλον να αξιοποιείται από ευκαιριακούς πολιτικούς παράγοντες.
*Ο Βικέν Τσετεριάν είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας, γεννημένος στον Λίβανο, ο οποίος διδάσκει διεθνείς σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Webster της Γενεύης.





































