Στις 5 Σεπτεμβρίου 1896 γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη η Σιραρπί Ντερ Νερσεσσιάν. Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες Αρμένισσες ιστορικούς τέχνης και μία από τις κορυφαίες γυναίκες Βυζαντινολόγους της εποχής της. Για περίπου επτά δεκαετίες αφιερώθηκε στη μελέτη της μεσαιωνικής τέχνης, με ιδιαίτερη έμφαση στα αρμενικά εικονογραφημένα χειρόγραφα. Το έργο της δεν περιορίστηκε όμως εκεί. Ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική και γενικότερα με τον υλικό και θρησκευτικό πολιτισμό της χριστιανικής Ανατολής.
Μελετώντας περίπου 750 αρμενικά χειρόγραφα σε βιβλιοθήκες και μουσεία από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή έως τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αρμενία, η Ντερ Νερσεσσιάν έδωσε επιστημονική υπόσταση σε έναν τομέα που μέχρι τότε παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητος.
Η συμβολή της υπήρξε καθοριστική για την ανάπτυξη των αρμενικών σπουδών στη Δύση και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Σιραρπί Ντερ Νερσεσσιάν μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η γνώση και η καλλιέργεια είχαν κεντρική θέση. Η οικογένειά της μιλούσε αρμενικά, γαλλικά και αγγλικά, αγαπούσε την ποίηση και τη μουσική.
Η ευτυχισμένη παιδική της ηλικία, ωστόσο, δεν κράτησε για πάντα. Το 1905 έχασε τη μητέρα της και, εννέα χρόνια αργότερα, το 1914, πέθανε και ο πατέρας της. Η Σιραρπί και τα αδέλφια της έμειναν ορφανά σε μια εξαιρετικά δύσκολη ιστορική συγκυρία.
Το 1915, μετά τις συλλήψεις Αρμενίων διανοουμένων στην Κωνσταντινούπολη, η θεία της αποφάσισε να μεταφέρει τη Σιραρπί και την αδελφή της Αράξ στη Βουλγαρία. Το ταξίδι που αρχικά προοριζόταν να διαρκέσει λίγες εβδομάδες εξελίχθηκε σε μια ολόκληρη ζωή μετακινήσεων.
Η Αράξ παρέμεινε στο πλευρό της Σιραρπί για δεκαετίες. Δεν ήταν μόνο αδελφή αλλά και στενή συνεργάτιδα. Μετέφραζε τα κείμενά της, τη συνόδευε στα ταξίδια της και φωτογράφιζε μνημεία και χειρόγραφα που ήταν απαραίτητα για την έρευνά της.
Από τη Σόφια η Σιραρπί βρέθηκε στη Γενεύη και στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου σπούδασε στη Σορβόννη υπό τον σημαντικό βυζαντινολόγο Gabriel Millet. Εκεί άρχισε να διαμορφώνεται η επιστημονική πορεία που θα την έκανε γνωστή διεθνώς.
Το 1927, με την ενθάρρυνση του Millet, στράφηκε συστηματικά στη μελέτη των αρμενικών χειρογράφων. Ο τομέας ήταν ακόμη σχετικά άγνωστος και, παρά τις υπάρχουσες δημοσιεύσεις, έλειπε μια ολοκληρωμένη και συστηματική μελέτη.
Η έρευνά της ξεκίνησε στη Βενετία, στη Βιβλιοθήκη των Μεχιταριστών Πατέρων του Αγίου Λαζάρου. Από εκεί ξεκίνησε ένα έργο που θα διαρκούσε ουσιαστικά μέχρι το τέλος της ζωής της.
Το 1936 υποστήριξε στη Σορβόννη δύο διατριβές. Η πρώτη αφορούσε την εικονογράφηση του «Ρωμανού του Βαρλαάμ και του Ιωάσαφ» σε ελληνικά, ρωσικά και αραβικά χειρόγραφα. Η δεύτερη επικεντρωνόταν στα αρμενικά χειρόγραφα του 12ου έως του 14ου αιώνα που βρίσκονταν στη Βενετία.
Η επιτυχία της ήταν εντυπωσιακή. Οι δύο διατριβές δημοσιεύθηκαν και τιμήθηκαν με βραβεία, ενώ η ίδια έλαβε την υψηλότερη ακαδημαϊκή διάκριση «Mention très honorable». Το έργο της προκάλεσε το ενδιαφέρον του γαλλικού, αρμενικού και αμερικανικού Τύπου και αναγνωρίστηκε από κορυφαίους μελετητές της εποχής.
Το 1930 ήρθε η πρόσκληση από το Wellesley College. Το ίδρυμα αναζητούσε ειδικό στη βυζαντινή τέχνη και η Ντερ Νερσεσσιάν ήταν η κατάλληλη επιλογή.
Έτσι, το ακαδημαϊκό έτος 1930-1931 ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και δίδαξε τα πρώτα μαθήματα βυζαντινής τέχνης που προσφέρθηκαν σε γυναικείο κολέγιο.
Η παρουσία της στο Wellesley δεν περιορίστηκε στην αίθουσα διδασκαλίας. Κατά τα χρόνια του πολέμου ανέλαβε την ηγεσία του τμήματος και, παρά τις προσωπικές της αγωνίες, παρέμεινε αφοσιωμένη στους φοιτητές της. Εκείνοι θυμούνταν τη σαφήνεια με την οποία δίδασκε, αλλά και το χιούμορ και την προσιτότητά της.
Η ακαδημαϊκή της πορεία την οδήγησε στο Harvard και στο Dumbarton Oaks. Το 1946 έγινε Καθηγήτρια Βυζαντινής Τέχνης και Αρχαιολογίας και το 1953 ανέλαβε την έδρα Henri Focillon στη Βυζαντινή Τέχνη και Αρχαιολογία. Ήταν η πρώτη γυναίκα της εποχής της που κατέκτησε θέση τακτικής καθηγήτριας στο Harvard. Στο Dumbarton Oaks συνέχισε την έρευνα για την αρμενική τέχνη και μελέτησε σε βάθος τα χειρόγραφα της Κιλικίας, από τον 12ο έως τον 14ο αιώνα. Ιδιαίτερη θέση στο έργο της είχε ο Toros Roslin, τον οποίο θεωρούσε κορυφαίο καλλιτέχνη και υπογράμμιζε την εξαιρετική ποιότητα της δουλειάς του.
Η Ντερ Νερσεσσιάν ανέδειξε παράλληλα την επιρροή της αρμενικής τέχνης στο Βυζάντιο και στη Δύση. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα της ήταν το «L’art Armenien», ένας μνημειώδης τόμος που συγκέντρωνε την έρευνα περισσότερων από πενήντα ετών και παρουσίαζε την αρμενική κληρονομιά σε ένα ευρύ φάσμα τεχνών.
Η συνταξιοδότηση δεν σήμανε για τη Ντερ Νερσεσσιάν το τέλος της έρευνας. Επέστρεψε στο Παρίσι και συνεργάστηκε με το Ίδρυμα Καλούστ Γκιουλμπεκιάν για τη δημιουργία συλλογής μικροφίλμ αρχαίων αρμενικών χειρογράφων.
Παράλληλα, συνέχισε τις μελέτες της για την Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στο Αχταμάρ, τα αρμενικά χειρόγραφα της Walters Art Gallery στη Βαλτιμόρη και τις μικρογραφίες της Κιλικίας. Δίδαξε ξανά στο Παρίσι και το 1969 επισκέφθηκε το Ματενανταράν στο Γερεβάν, όπου πραγματοποίησε έρευνα και ενθάρρυνε νεότερους ιστορικούς τέχνης.
Ακόμη και στα τελευταία χρόνια της ζωής της παρέμενε δραστήρια και κοντά στους νέους ερευνητές. Το σπίτι της στο Παρίσι ήταν ανοιχτό σε συναδέλφους και μαθητές, ενώ η ίδια συνέχιζε να εργάζεται με την ίδια αφοσίωση.
Η Σιραρπί Ντερ Νερσεσσιάν πέθανε σε ηλικία 93 ετών, έχοντας εργαστεί σχεδόν μέχρι το τέλος. Άφησε πίσω της βιβλία και μελέτες που εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό σημείο αναφοράς για την αρμενική και βυζαντινή τέχνη.
Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη της, όμως, ίσως βρίσκεται πέρα από τα βιβλία της: κατάφερε να μετατρέψει την αρμενική τέχνη από έναν σχετικά άγνωστο επιστημονικό τομέα σε αντικείμενο διεθνούς μελέτης.
Κείμενο βασισμένο σε πληροφορίες από το άρθρο της Ιστορικού Τέχνης Έμμας Χαρουτιουνιάν στον περιοδικό regionalpost. Για περισσότερες πληροφορίες: https://regionalpost.org/en/articles/the-story-of-sirarpie-der-nersessian.html







































