Σαν σήμερα, στις 22 Σεπτεμβρίου 1795, απεβίωσε ο ποιητής και ραψωδός Σαγιάτ Νοβά. Το πραγματικό όνομα του μεγάλου μουσικού και λυρικού Αρμένιου ποιητή ήταν Χαρουτιούν Σααγιάν. Οι Αρμένιοι τον αποκαλούν επίσης «Βασιλιά των Τραγουδιών».
Γεννήθηκε στο Χαλέπι το 1712. Από παιδί, ο Χαρουτιούν έγινε γνωστός σε ολόκληρη την περιοχή του Καυκάσου για την εξαιρετική φωνή του, καθώς ερμήνευε τα λαϊκά τραγούδια του τόπου του, αλλά και για τη δεξιοτεχνία του στο κεμαντσά, το αγαπημένο του μουσικό όργανο, το οποίο συνδέθηκε άρρηκτα με την προσωπικότητά του. Από πολύ μικρός διακρίθηκε, επίσης, ως λυρικός ποιητής.
Στα εφηβικά του χρόνια, μαζί με την οικογένειά του, μετοίκησε στην Τιφλίδα, την πρωτεύουσα του Βασιλείου της Γεωργίας, η οποία αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του αρμενικού πολιτισμού, της μουσικής και της λογοτεχνίας.
Ο Σαγιάτ Νοβά ήταν επίσης γνωστός για τη βαθιά γνώση της αρμενικής γλώσσας, αλλά και για την άνεσή του στα γεωργιανά, τα περσικά, τα αραβικά και τα ταταρικά. Η γλωσσική του ευχέρεια τού έδινε τη δυνατότητα να ερμηνεύει τα τραγούδια του μπροστά σε ένα ευρύτερο ακροατήριο και, για τον λόγο αυτό, απέκτησε φήμη και πέρα από τα σύνορα της Αρμενίας. Η κοσμοπολίτικη κοινότητα της Τιφλίδας τον αγκάλιασε και ενσωμάτωσε αυτή τη νέα αρμενική μεγαλοφυΐα στο πολιτιστικό περιβάλλον της Γεωργίας.
Τα γνωστά τραγούδια του Σαγιάτ Νοβά ανέρχονται σε περίπου 220, ο πραγματικός αριθμός τους όμως ενδέχεται να ήταν πολύ μεγαλύτερος. Αξίζει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος αυτών των τραγουδιών διασώθηκε προφορικά, από στόμα σε στόμα.
Η φήμη του Σαγιάτ Νοβά τον οδήγησε, τον 18ο αιώνα, στην αυλή του βασιλιά της Γεωργίας Ηρακλή Β΄, ο οποίος τον τοποθέτησε στην τιμητική θέση του βασιλικού μουσικού και ποιητή. Οι ικανότητες και η δημοφιλία του τού έδωσαν τη δυνατότητα να γίνει έμπιστος σύμβουλος του βασιλιά σε κρατικά ζητήματα, καθώς και στις δημόσιες σχέσεις με ξένες χώρες. Ο Σαγιάτ Νοβά κατείχε το αξίωμα αυτό για περίπου δεκαπέντε χρόνια.
Το υπόλοιπο της ζωής του το έζησε ως πλανόδιος βάρδος και τραγουδιστής, περιδιαβαίνοντας από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη.
Μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ασκήτευσε στη μονή Χαγμπάτ. Το 1795, οι Πέρσες εισέβαλαν στη Γεωργία και, σύμφωνα με την παράδοση, ζήτησαν από τον Σαγιάτ Νοβά να απαρνηθεί την πίστη του. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους μαρτύρησε και δολοφονήθηκε από τους άνδρες του Πέρση ηγεμόνα Αγά Μοχάμεντ Χαν, ενώ προσευχόταν μέσα στην εκκλησία του Σουρπ Κεβόρκ (Άγιος Γεώργιος), επειδή αρνήθηκε να ασπαστεί το Ισλάμ.
Στις συνθέσεις του Σαγιάτ Νοβά είναι εμφανής η επιρροή των αραβοπερσικών πολιτισμών, τόσο στον έμμετρο λόγο όσο και στην επιλογή των μουσικών τρόπων, κυρίως στα μελαγχολικά και σιγανά τραγούδια του. Μέσα από αυτά ο ποιητής εκφράζει τα βαθύτερα συναισθήματά του. Παράλληλα, έντονα αποτυπώνονται η ψυχολογία και τα συναισθήματα των λαών του Καυκάσου.
Η φυσική και αυθόρμητη έκφραση του λόγου, η δύναμη των συναισθημάτων και το υψηλό επίπεδο της ιδεολογικής του σκέψης είναι στοιχεία που προσδίδουν ιδιαίτερη αξία στην ποίησή του και τον ξεχωρίζουν ανάμεσα στους τροβαδούρους που έδρασαν την ίδια εποχή ή ακολούθησαν μετά από αυτόν.
Ο Σαγιάτ Νοβά θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μορφές της αρμενικής ποίησης, αλλά και ένας από τους σπουδαιότερους βάρδους των λαών του Καυκάσου. Μέσα από την ποίηση και τη μουσική του εξέφρασε τον πλούτο του αρμενικού πολιτισμού, τις ευαισθησίες και τα συναισθήματα των ανθρώπων της εποχής του, αφήνοντας μια διαχρονική παρακαταθήκη στην πολιτιστική ιστορία του Καυκάσου.






































