Τατούλ Αλτουνιάν (1901–1973)

0
16

Ο άνθρωπος που ανέδειξε τη μαγεία του αρμενικού τραγουδιού και χορού

Στις 2 Οκτωβρίου ο αρμενικός λαός τιμά τη γέννηση ενός από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του, του Τατούλ Αλτουνιάν. Το όνομα και το έργο του συνδέθηκαν για πάντα με το αρμενικό τραγούδι και τον χορό, καθώς υπήρξε ιδρυτής και επί πολλά χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Συγκροτήματος Τραγουδιού και Χορού της Αρμενίας.
Ο Τατούλ Αλτουνιάν ήταν ένας ιδιαίτερα χαρισματικός μουσικός και μαέστρος, με ξεχωριστό καλλιτεχνικό αισθητήριο. Αφιέρωσε τη ζωή του στην ανάδειξη της μεγάλης μουσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του αρμενικού λαού. Μέσα από τη δουλειά του κατάφερε να παρουσιάσει το αρμενικό τραγούδι και χορό στην Αρμενία αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου.
Για τον Αλτουνιάν, η μουσική δεν ήταν απλώς τέχνη. Ήταν ένας τρόπος να μιλήσει για τον άνθρωπο, την αγάπη, την καλοσύνη και την ελπίδα. Πίστευε βαθιά στη δύναμη της καλοσύνης και έλεγε χαρακτηριστικά:

«Μερικές φορές, με λίγη καλοσύνη, μπορείς να γκρεμίσεις ένα βουνό κακίας».

Ο Τατούλ Αλτουνιάν γεννήθηκε το 1901, στην Άδανα της Κιλικίας, μια περιοχή με μεγάλο αρμενικό πληθυσμό. Η παιδική του ηλικία, όμως, σημαδεύτηκε από τα τραγικά γεγονότα που έζησε ο αρμενικός λαός στις αρχές του 20ού αιώνα.
Το 1909, σε πολύ μικρή ηλικία, έζησε την σφαγή των Αδάνων και λίγα χρόνια αργότερα, το 1915, μόλις δεκατεσσάρων ετών, βίωσε τη φρίκη της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Μέσα στις συνθήκες του διωγμού, του εκτοπισμού και της καταστροφής, ο νεαρός Τατούλ κατάφερε να επιβιώσει και να βρει καταφύγιο στο Γερεβάν.
Εκεί ξεκίνησε ουσιαστικά η μεγάλη του πορεία στη μουσική. Ήδη από νεαρή ηλικία είχε δείξει το μουσικό του ταλέντο και το Γερεβάν του έδωσε την ευκαιρία να το καλλιεργήσει και να το εξελίξει. Εκεί ανέπτυξε τις ικανότητές του ως μουσικός και μαέστρος, αλλά και τη βαθιά του γνώση για το αρμενικό δημοτικό τραγούδι και τον παραδοσιακό χορό.
Το 1928 αποφοίτησε από το Ωδείο του Γερεβάν και το 1934 από το Ωδείο του Λένινγκραντ, το σημερινό Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης. Την ίδια χρονιά άρχισε να διδάσκει στο Ωδείο του Γερεβάν.
Από το 1935 έως το 1949 ανέλαβε, σε διαφορετικές περιόδους, τη διεύθυνση του Ωδείου του Γερεβάν και των κρατικών χορωδιών της Αρμενίας.
Το σημαντικότερο κεφάλαιο της καλλιτεχνικής του πορείας ήταν η μακρόχρονη διεύθυνση του Αρμενικού Λαϊκού Συγκροτήματος Τραγουδιού και Χορού, το οποίο διηύθυνε από το 1938 έως το 1970. Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, το 1974, το συγκρότημα πήρε επίσημα το όνομά του.
Από το 1958 μέχρι τον θάνατό του, το 1973, ο Αλτουνιάν υπήρξε πρόεδρος της Χορωδιακής Εταιρείας της Αρμενίας, ενώ από το 1966 έως το 1969 διηύθυνε παράλληλα και τη χορωδία της Εταιρείας.
Για περίπου σαράντα χρόνια, οι ερμηνείες του Αλτουνιάν και των συγκροτημάτων που διηύθυνε ακούστηκαν σε αρμενικές και ξένες σκηνές, στη Σοβιετική Ένωση αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου.
Με τη δική του ξεχωριστή ματιά παρουσίασε έργα του Κομιτάς, του Κρισταπόρ Καρά-Μουρζά, του Σπυρίδωνος Μελικιάν, καθώς και πολλές διασκευές αρμενικών δημοτικών τραγουδιών. Παράλληλα, παρουσίασε αρμενικά, ρωσικά και ευρωπαϊκά χορωδιακά έργα.
Ιδιαίτερη θέση στο έργο του κατέχουν οι διασκευές και οι καταγραφές αρμενικών δημοτικών και τραγουδιών των Κουσάν, όπως τα «Χόι, ιμ Ναζελί γιαρ», «Νουμπάρ, Νουμπάρ», «Γιαμάν Γιαρ», «Χοπινά» και «Κα, Ντε Γεσίμ».
Ο Αλτουνιάν δημιούργησε επίσης πολλές αγαπημένες χορευτικές μελωδίες, ανάμεσά τους τα «Σεβάν», «Ναζελί», «Ναζμπάρ» και «Αρτασάτ», που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από το αρμενικό κοινό.
Δεν περιορίστηκε όμως στην Αρμενία. Με το Συγκρότημα Τραγουδιού και Χορού ταξίδεψε για πολλά χρόνια σε αρμενικές κοινότητες της Διασποράς. Επισκέφθηκε σχεδόν όλα τα μεγάλα αρμενικά κέντρα και συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη των τοπικών ερασιτεχνικών ομάδων τραγουδιού και χορού.
Η προσφορά του ήταν τόσο σημαντική, ώστε αρμενικά συγκροτήματα τραγουδιού και χορού στο Κάιρο, το Μπουένος Άιρες και σε άλλες κοινότητες πήραν το όνομά του.
Ο ίδιος είχε μια πολύ απλή αλλά ουσιαστική προσέγγιση για το αρμενικό τραγούδι:
«Το αρμενικό τραγούδι είναι μια ψηλή, λεπτή και ντελικάτη καλλονή. Αν την στολίσεις υπερβολικά, χάνεται και πνίγεται, λυγίζει και θρυμματίζεται».
Με αυτά τα λόγια εξέφραζε την πεποίθησή του ότι η ομορφιά της αρμενικής μουσικής βρίσκεται στην αυθεντικότητα και στην απλότητά της.
Ο Τατούλ Αλτουνιάν δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος μαέστρος και μουσικός παιδαγωγός. Ήταν ένας άνθρωπος που πίστευε στη δύναμη του πολιτισμού και της τέχνης να κρατούν ζωντανή τη μνήμη, την ταυτότητα και την ελπίδα ενός λαού.
Η ζωή του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δύναμης. Ένα παιδί που γεννήθηκε στην Άδανα, έζησε τις τραγικές στιγμές της εποχής του και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γενέτειρά του, κατάφερε να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αρμενικής μουσικής.
Μέσα από τη μουσική του, ο Αλτουνιάν συνέβαλε στη διατήρηση και στην ανανέωση της αρμενικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Με το έργο του έφερε το αρμενικό τραγούδι και τον χορό σε νέες σκηνές και σε νέες γενιές ανθρώπων.
Γι’ αυτό και η μνήμη του παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Το έργο του αποτελεί μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν και μια υπενθύμιση ότι ένας λαός μπορεί, ακόμη και μέσα από τις πιο δύσκολες στιγμές της ιστορίας του, να κρατήσει ζωντανή τη μουσική, τον πολιτισμό και την ελπίδα του.
Ο Τατούλ Αλτουνιάν άφησε πίσω του όχι μόνο ένα σημαντικό μουσικό έργο, αλλά και μια πολύτιμη παρακαταθήκη: την πίστη ότι η τέχνη μπορεί να ενώνει τους ανθρώπους και να δίνει δύναμη σε έναν λαό να συνεχίζει την πορεία του.