Κυρίες και κύριοι,
Ξεκινώ με μια εικόνα από το 1915.
Ζεϊτούν: ένα ορεινό, δυσπρόσιτο χωριό, προπύργιο της Κιλικίας, στη νότια Τουρκία σήμερα, σχεδόν απέναντι από την κατεχόμενη Κύπρο, που το 1933 με απόφαση της τότε τουρκικής κυβέρνησης, μετονομάστηκε σε Σουλεϊμανλί, προς τιμήν του Τούρκου ταγματάρχη Σουλεϊμάν μπέη, ο οποίος σκοτώθηκε το 1915 κατά τη διάρκεια των μαχών αυτοάμυνας των Αρμενίων του Ζεϊτούν. Λόγω της ανυπότακτης φύσης των κατοίκων του, πολλοί Έλληνες λόγιοι της εποχής το αποκαλούσαν «Σούλι της Αρμενίας» και έβλεπαν στους Ζεϊτουνλήδες την ίδια δίψα για ελευθερία που διέκρινε τους Σουλιώτες.
Όμως, παρά την ηρωική του αντίσταση, το Ζεϊτούν αναγκάστηκε να εκκενωθεί. Ανάμεσα στους μελλοθάνατους της «πορείας θανάτου», μια οικογένεια που παρέδωσε το νεογέννητο μωρό της σε ένα άλλο ζευγάρι Αρμενίων στην έως τότε θεωρούμενη ασφαλή πεδινή περιοχή της Ταρσού, σε μια ύστατη προσπάθεια να σωθεί η ζωή του μωρού. Αυτή η μικρούλα διασώθηκε. Κατέφυγε στην Ελλάδα, η οποία έγινε η νέα της πατρίδα. Εκεί όπου βρήκαν ασφαλές καταφύγιο όχι μόνο η ίδια, αλλά και χιλιάδες άλλοι Αρμένιοι, Ελληνοπόντιοι και Ασσύριοι — όλοι όσοι επέζησαν από τις θηριωδίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Αμέτρητες τέτοιες ιστορίες χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, που σφαγιάστηκαν ή βίαια εκτοπίστηκαν από τα πατρογονικά τους εδάφη, είναι ιστορικά καταγεγραμμένες με τον ίδιο πάντα θύτη: την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη φυσική εξέλιξή της, την Τουρκία. Πρόκειται για την πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα που πραγματοποιήθηκε μπροστά στα μάτια όλου του ονομαζόμενου πολιτισμένου κόσμου, με τραγικό απολογισμό 1,500,000 θύματα αθώους Αρμενίους, που αντιστοιχούσαν στο 80% του τότε πληθυσμού της Δυτικής Αρμενίας. Μια γενοκτονία που πεισματικά αρνείται έως και σήμερα η Τουρκία, αμφισβητώντας επίσημα έγγραφα ξένων κυβερνήσεων και ιστορικά κείμενα. Σαν αποτέλεσμα` για άλλη μια φορά, η ιστορία δίνει μάχη με την πολιτική σκοπιμότητα. Και όντως, μέχρι σήμερα, 34 κράτη έχουν αναγνωρίσει επίσημα τις σφαγές του 1915 ως «Γενοκτονία», με κορυφαία στιγμή τη χρήση του όρου το 2021 από τον Τζο Μπάιντεν, καθώς ήταν ο πρώτος εν ενεργεία Αμερικανός Πρόεδρος που χρησιμοποίησε επίσημα τον όρο αυτό. Είχαν προηγηθεί οι αποφάσεις του Κονγκρέσου και της Γερουσίας, με καταφανή την πρόθεση αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας.
Ο διεθνώς γνωστός έγκυρος Τούρκος ιστορικός, Τανέρ Ακτσάμ, περιγράφει εύστοχα πώς οι τουρκικές κυβερνήσεις κατέστησαν όμηρο την ιστορία, απαιτώντας κυνικά από το θύμα να αποδείξει τα αυτονόητα.
Όμως, και η ιστορία δίνει τη δική της μάχη.
Σήμερα είναι μια μέρα ορόσημο! Σαν σήμερα, πριν από τριάντα χρόνια, το Ελληνικό Κοινοβούλιο με τον νόμο 2397/1996 ψήφισε:
1. Την καθιέρωση Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, την 24η Απριλίου.
2. Τη διεξαγωγή εκδηλώσεων σε όλη την επικράτεια, για τη διδασκαλία της ιστορίας στις νέες γενιές. Και,
3. Την επισήμανση ότι η αναγνώριση αποτελεί χρέος στην ιστορική αλήθεια και την καταδίκη των πρακτικών του οθωμανικού κράτους, χωρίς να στρέφεται κατά του τουρκικού λαού.
Στη συνέχεια, το 2014 η Ελλάδα προχώρησε ένα βήμα παραπέρα με τον Αντιρατσιστικό Νόμο, καθιστώντας την κακόβουλη άρνηση των γενοκτονιών ποινικό αδίκημα. Όλα αυτά αποτελούν έμπρακτη απόδειξη ότι οι δύο λαοί μας μόνο γεωγραφικά βρέθηκαν σε απόσταση, καθώς οι μοίρες μας ταυτίστηκαν μέσα από το κοινό μαρτύριο. Ανάμεσά μας εγκαταστάθηκε ένας δύστροπος γείτονας που κατέσφαξε και ξερίζωσε και τους δύο, οικειοποιούμενος τα Άγια Χώματά μας. Όμως υπάρχει και θα υπάρχει πάντα η ιστορική μνήμη, την υποχρέωση διαφύλαξης της οποίας επισήμανε το 1999 ο αείμνηστος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος, δηλώνοντας τα ακόλουθα: «Η λήθη δεν βοηθά τη συνεννόηση των λαών. Η παραδοχή των σφαλμάτων του παρελθόντος είναι η μόνη στέρεη βάση για ένα ειρηνικό μέλλον».
Τα λόγια αυτά αντηχούν με την ίδια βαρύτητα μέχρι σήμερα, ορίζοντας τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην έντιμη ειρήνη και την ενδοτικότητα.
Κυρίες και κύριοι,
Δυστυχώς ο διαχρονικός στόχος του Παντουρκισμού δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ. Θύματα αυτής της πολιτικής στη διάρκεια του 20ου αιώνα, υπήρξαν διαδοχικά οι Αρμένιοι, οι Πόντιοι, οι Ασσύριοι, οι Έλληνες της Πόλης και οι Ελληνοκύπριοι. Κάθε γειτονικό έθνος στοχοποιείται, ακόμα και οι ομόθρησκοι Κούρδοι!  Τελευταίο θύμα το αρμενικό Αρτσάχ!
Όντως το «μακρύ χέρι» της Τουρκίας προκάλεσε ΚΑΙ εκεί μια πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση. Η επίθεση του 2020 ανάγκασε 120.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Παρακολουθήσαμε μια μαζική καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς, σε μια προσπάθεια όχι απλώς παραχάραξης, αλλά διαγραφής της ιστορίας. Επιβεβαιώθηκε έτσι πως η γειτονική χώρα-τρομοκράτης δεν άλλαξε. Την ίδια στιγμή, αξιωματούχοι της Ε.Ε. δήλωναν με κυνισμό πως το Αζερμπαϊτζάν – το αδελφό κράτος της Τουρκίας – αποτελεί «αξιόπιστο εταίρο» για χάρη του φυσικού αερίου. Το Αρτσάχ όμως δεν διέθετε τέτοιους πόρους. Αντίθετα, αποτελούσε απλώς ένα γεωγραφικό εμπόδιο στη βουλιμία κάποιων για ένα έθνος απλωμένο από το Αιγαίο μέχρι την Κασπία.
Τώρα που μιλάμε, ηγετικά στελέχη του Αρτσάχ κρατούνται παράνομα ως όμηροι και δικάζονται από τα στημένα δικαστήρια του δικτάτορα Ιλχάμ Αλίεφ. Ένας επιπλέον λόγος που μας επιβάλλει, εμάς τους Αρμένιους της διασποράς, να συνεχίσουμε τον αγώνα ενάντια στα οργανωμένα πολιτικοοικονομικά συμφέροντα και λόμπι που επιβουλεύονται τον λαό μας.
Με την ευκαιρία αυτή χαιρετίζουμε την πρόσφατη απόφαση του Βελγικού και του Ολλανδικού Κοινοβουλίου για το δικαίωμα επιστροφής των εκτοπισμένων, καθώς και τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Οι βεβηλώσεις Ιερών Ναών που έγιναν στο Αρτσάχ μας θυμίζουν την απόφαση της Τουρκίας για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσουλμανικό τέμενος. Ίδια πρακτική καταστροφής, που δεν στοχοποιεί μόνο τα κτίρια, τοίχους και πέτρες, αλλά επίσης την πίστη και την μνήμη που περικλείεται σε αυτά. Μόλις χτες δόθηκαν στην δημοσιότητα δορυφορικές εικόνες που δείχνουν την καταστροφή του Ιερού Ναού της Θεοτόκου στο Στεπανακέρτ του Αρτσάχ. Πλήρης ισοπέδωση. Η καταστροφή αυτών των μνημείων αποτελεί μια συνειδητή απόπειρα διαγραφής της συλλογικής μνήμης του λαού, την αλλοίωση της ιστορίας και την προώθηση ενός νέου αφηγήματος. Είναι οδυνηρό να βλέπει κανείς την ιστορία να επαναλαμβάνεται μέσα από την ισοπέδωση ιερών χώρων. Η μνήμη όμως είναι συχνά πιο ανθεκτική από την πέτρα. Όταν οι τοίχοι πέφτουν, η ευθύνη για τη διατήρηση της αλήθειας περνά σε εμάς.
Κυρίες και κύριοι,
Τούτη την ημέρα μνήμης, μας τιμά με την παρουσία του ένας πραγματικός φίλος των Αρμενίων, ο κ. Νίκος Δένδιας. Ένας άνθρωπος που δεν δίστασε, ως Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, να επισκεφθεί την Αρμενία το 2020 εν μέσω πολέμου. Ζήτησε τότε την άμεση παύση των εχθροπραξιών και τον τερματισμό των ξένων παρεμβάσεων που «έριχναν λάδι στη φωτιά». Ήταν ο μοναδικός Υπουργός Εξωτερικών χώρας της Ε.Ε. που βρέθηκε εκεί τις κρίσιμες εκείνες ώρες. Με μια κίνηση υψηλού συμβολισμού, έδειξε σε όλο τον κόσμο πως η Ελλάδα ήταν η πρώτη, και ουσιαστικά η μόνη χώρα της Ευρώπης, που έστειλε τον επικεφαλής της διπλωματίας της στο πεδίο κατά τη διάρκεια των μαχών. Μια κίνηση που εκτιμήθηκε βαθύτατα από τον αρμενικό λαό παγκοσμίως.
Και η στήριξή του δεν σταμάτησε εκεί. Επέστρεψε το 2022, αλλά και το 2024, με την ιδιότητα πλέον του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, για την ουσιαστική ενίσχυση της στρατιωτικής μας συνεργασίας.
Αγαπητοί  φίλοι.
Όσο αντίξοες κι αν είναι οι γεωπολιτικές συγκυρίες, κανένα έθνος δεν επιτρέπεται να αφήνει την ιστορία του στη λήθη, καθώς η λήθη ισοδυναμεί με απεμπόληση αξιών, κυριαρχικών δικαιωμάτων και οδηγεί σε γεωγραφική συρρίκνωση. Άλλωστε, ποτέ ο εύκολος δρόμος δεν ήταν και ο σωστός.
Και αυτός είναι ο λόγος που είμαστε εδώ και θα εξακολουθήσουμε να είμαστε πάντα παρόντες στους διαρκείς αγώνες του λαού μας.