Η πρόσφατη δήλωση του πρωθυπουργού της Αρμενίας, Νικόλ Πασινιάν, άνοιξε έναν νέο κύκλο έντονης ανησυχίας σχετικά με τις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός πρότεινε ουσιαστικά πως η Αρμενία θα μπορούσε να σταματήσει να θέτει ως ζήτημα την επιστροφή των Αρμενίων του Αρτσάχ, εφόσον το Αζερμπαϊτζάν εγκαταλείψει τη ρητορική περί «Δυτικού Αζερμπαϊτζάν» και τη συζήτηση για εγκατάσταση Αζέρων στο έδαφος της Αρμενίας.
Η πρόταση αυτή, όσο κι αν παρουσιάστηκε ως προσπάθεια αποκλιμάκωσης, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τις συνέπειες που μπορεί να έχει στο μέλλον.
Είναι φανερό πως τα δύο ζητήματα δεν είναι συγκρίσιμα. Στο διεθνές δίκαιο, η επιστροφή ενός πληθυσμού που εκτοπίστηκε βίαια από τον αρχέγονο τόπο του είναι αναγνωρισμένο δικαίωμα.
Η διεθνής κοινότητα, μέσα από συμβάσεις και ψηφίσματα, αντιμετωπίζει αυτές τις περιπτώσεις με συγκεκριμένους κανόνες και πλέγμα προστασίας. Στην περίπτωση του Αρτσάχ, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους υπό ακραίες συνθήκες, μετά τον αποκλεισμό που επέβαλε το Αζερμπαϊτζάν και τις διαρκείς επιθέσεις στον αρμενικό θύλακα, ενώ σήμερα δεν υπάρχει καμία εγγύηση ασφαλούς επιστροφής. Το θέμα αυτό, επομένως, δεν μπορεί να «κλείσει» απλά και μόνο με μια πολιτική δήλωση.
Από την άλλη πλευρά, ο ισχυρισμός του Μπακού περί «Δυτικού Αζερμπαϊτζάν» δεν βασίζεται σε καμία διεθνή συνθήκη ούτε σε κάποιο νομικό πλαίσιο. Πρόκειται περισσότερο για ένα πολιτικό αφήγημα, το οποίο το Αζερμπαϊτζάν χρησιμοποιεί διαρκώς για να ενισχύσει την πίεση απέναντι στην Αρμενία. Η εξίσωση αυτού του αφηγήματος με το δικαίωμα των Αρμενίων του Καραμπάχ να επιστρέψουν στις πατρογονικές τους εστίες είναι ένα ολέθριο λάθος: τα δύο ζητήματα δεν είναι ισοδύναμα και δεν μπορούν να «ανταλλαχθούν».
Είναι φανερό, πως η σπουδή του πρωθυπουργού και το διπλωματικό ολίσθημα του θα ανοίξουν τον δρόμο σε μελλοντικές αζερικές διεκδικήσεις και αυτές θα εμφανιστούν ως πιο «νόμιμες» απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Ο πρωθυπουργός, στη σπουδή του για παραχωρήσεις, σκόπιμα αποσιωπά την καταπάτηση εδαφών της Αρμενίας από τις ένοπλες δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν και την παράνομη κράτηση της ηγεσίας του Αρτσάχ στις φυλακές του Μπακού.
Η Αρμενία, ειδικά μετά τις δραματικές εξελίξεις του 2020, βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο και εξασθενημένη θέση. Οι διπλωματικές κινήσεις και οι δημόσιες δηλώσεις πρέπει να ζυγίζονται προσεκτικά, να βασίζονται σε σταθερές αρχές και να μην αφήνουν περιθώριο για παρερμηνείες. Σε μια τόσο γεωπολιτικά ασταθή περιοχή, κάθε λέξη έχει βάρος. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ρισκάρει, δίνοντας διαρκώς επιχειρήματα σε μια χώρα που έχει ήδη επιδείξει επιθετική στάση και κάθε νέα της απαίτηση ολοένα εξασθενίζει της θέσεις της Αρμενίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αρμενία δεν πρέπει να επιδιώξει την ειρήνη. Το αντίθετο: ολόκληρη η περιοχή έχει ανάγκη από σταθερότητα, συνεργασία και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Όμως η ειρήνη δεν χτίζεται με βιαστικές παραχωρήσεις ούτε με δηλώσεις που μπορεί αύριο να στραφούν εναντίον της χώρας μας. Χτίζεται με συνέπεια, διαφάνεια, και με την ενεργή συμμετοχή της διεθνούς κοινότητας ως εγγυητή.
Η δήλωση του πρωθυπουργού δείχνει, για άλλη μια φορά, την ανάγκη για μια πιο σταθερή και προσεκτική διπλωματική στρατηγική.
Η χώρα χρειάζεται μια ηγεσία που να εκφράζει καθαρά τις θέσεις της, να προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών της και να μην αφήνει κανένα περιθώριο παρεξηγήσεων ή επικίνδυνων κλιμακώσεων.
Η Αρμενία βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή και κάθε λάθος βήμα θα έχει μακροχρόνιες συνέπειες. Γι’ αυτό οι πολιτικοί ηγέτες οφείλουν να λειτουργούν με υπευθυνότητα, να σταθμίζουν τις επιπτώσεις κάθε δήλωσης και να διασφαλίζουν ότι τα εθνικά συμφέροντα δεν τίθενται σε κίνδυνο στο όνομα μιας αμφίβολης διπλωματικής «χειρονομίας». Σε τέτοιες στιγμές, η σθεναρή στάση, η σοβαρότητα και η σταθερότητα δεν είναι απλώς επιλογές — είναι αναγκαιότητες που η σημερινή ηγεσία αδυνατεί να υιοθετήσει.
«ΑΖΑΤ ΟΡ»





































