Οι τουρκοκυπριακές αρχές ακύρωσαν αιφνιδιαστικά προγραμματισμένη προσκυνηματική εκδρομή, η οποία είχε προγραμματιστεί για την Κυριακή 10 Μαΐου, σχεδόν χιλιόχρονο αρμενικό μοναστήρι Σουρπ Μαγκάρ (Αγίου Μακαρίου), στην περιοχή της Κερύνειας, παρά το γεγονός ότι όλα τα απαιτούμενα έγγραφα είχαν κατατεθεί μέσω των Ηνωμένων Εθνών τρεις μήνες νωρίτερα.
Ο Βαρτκές Μαχτεσιάν, εκπρόσωπος των Αρμενίων της Κύπρου στη Βουλή των Αντιπροσώπων, δήλωσε στην εφημερίδα «Cyprus Mail» ότι η κοινότητα ενημερώθηκε το περασμένο Σάββατο πως η προσκυνηματική επίσκεψη θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί κανονικά την Κυριακή.
στόσο, δύο ημέρες αργότερα, οι αρχές ανακάλεσαν την άδεια, επικαλούμενες «γραφικό λάθος». Η εξέλιξη αυτή διακόπτει μια παράδοση που τα τελευταία είκοσι χρόνια είχε αρχίσει να αναβιώνει σταδιακά. «Πριν από την πανδημία του Covid-19 το προσκύνημα πραγματοποιούνταν κάθε χρόνο. Διακόπηκε με την πανδημία και από τότε μεσολάβησαν πολλά. Σήμερα όμως είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ξαναγίνει, καθώς αρχίζουν να εγκρίνονται κονδύλια για την αποκατάσταση του μοναστηριού», ανέφερε ο Μαχτεσιάν. Όπως πρόσθεσε, η αρμενική κοινότητα είχε σημειώσει «πολύ καλή πρόοδο» στις προσπάθειες αναστήλωσης, όμως η ακύρωση «μας πήγε ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω».
Μετά την έγκριση του Σαββάτου, η κινητοποίηση υπήρξε άμεση. «Μας ενημέρωσαν αργά μέσα στη μέρα ότι η επίσκεψη μπορούσε να πραγματοποιηθεί και οργανώσαμε αμέσως λεωφορεία, εκδώσαμε ανακοίνωση και ανοίξαμε εγγραφές. Περίπου 60 με 70 άτομα δήλωσαν συμμετοχή», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι στις προσκυνηματικές επισκέψεις συμμετέχουν συνήθως και Αρμένιοι από το εξωτερικό.
Από την πλευρά του, ο Ταχσίν Ερτουγρούλογλου, ο λεγόμενος «υπουργός εξωτερικών» του κατοχικού καθεστώτος, δήλωσε στην «Cyprus Mail» ότι η άδεια δεν χορηγήθηκε τελικά λόγω της «κακής φυσικής κατάστασης» του μοναστηριού, το οποίο σήμερα βρίσκεται σε ερειπιώδη μορφή. Ανέφερε επίσης ότι ενδέχεται να προταθεί διαφορετικός χώρος λατρείας για μελλοντικό προσκύνημα της αρμενικής κοινότητας.
Η ακύρωση σημειώνεται στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης τουρκικής κατοχής στη βόρεια Κύπρο, η οποία διαρκεί εδώ και περισσότερες από πέντε δεκαετίες. Η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 και εξακολουθεί να κατέχει περίπου το ένα τρίτο του νησιού, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής της Κερύνειας όπου βρίσκεται το Σουρπ Μαγκάρ.
Η αυτοανακηρυχθείσα «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», που ιδρύθηκε το 1983, αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία. Με το ψήφισμα 541, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ χαρακτήρισε την ανακήρυξη ανεξαρτησίας νομικά άκυρη και ζήτησε την ανάκλησή της, θέση που επαναβεβαιώθηκε και με το ψήφισμα 550 ένα χρόνο αργότερα. Η Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραμένει η μόνη διεθνώς αναγνωρισμένη αρχή με κυριαρχία σε ολόκληρο το νησί.
Το προσκύνημα στο Σουρπ Μαγκάρ τελείται παραδοσιακά την πρώτη Κυριακή του Μαΐου, στο πλαίσιο της αρμενικής χριστιανικής εορτής του Σουρπ Μαγκάρ προς τιμήν του Αγίου Μακαρίου της Αλεξάνδρειας. Το μοναστήρι, που ιδρύθηκε στις αρχές του 11ου αιώνα σε υψόμετρο 530 μέτρων στην οροσειρά του Πενταδακτύλου, αποτελεί το μοναδικό αρμενικό μοναστήρι στην Κύπρο και το σημαντικότερο αρμενικό εκκλησιαστικό μνημείο του νησιού. Αρχικά ήταν αφιερωμένο στον άγιο της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, διαχειριζόταν τον χώρο πριν αυτός περάσει στην αρμενική κοινότητα της Κύπρου, πιθανότατα πριν από το 1425.
Η παρουσία των Αρμενίων στην Κύπρο ενισχύθηκε σημαντικά μετά την πτώση του Αρμενικού Βασιλείου της Κιλικίας το 1375. Τότε, ο τελευταίος βασιλιάς της Αρμενίας, Λέων Ε΄, κατέφυγε στους Μαμελούκους και τα δικαιώματα του αρμενικού θρόνου πέρασαν στους Λουζινιάν της Κύπρου. Τις επόμενες δεκαετίες, νέες ομάδες Αρμενίων εγκαταστάθηκαν στο νησί, καθώς τουρκικά φύλα προωθούνταν στην Ανατολία, γεγονός που πιθανότατα συνέβαλε και στη μεταβίβαση του μοναστηριού στην αρμενική κοινότητα.
Το Σουρπ Μαγκάρ παρέμεινε υπό αρμενική διαχείριση τόσο κατά τη Βενετοκρατία όσο και κατά την Οθωμανική περίοδο. Στα οθωμανικά χρόνια ήταν γνωστό και ως «Μπλε Μοναστήρι», εξαιτίας του χρώματος των θυρών και των παραθύρων του. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία το απάλλαξε από τη φορολογία το 1642, ενώ η απαλλαγή αυτή ανανεώθηκε το 1660 και το 1701.
Σημαντικές εργασίες αποκατάστασης πραγματοποιήθηκαν το 1734–1735 και εκ νέου την περίοδο 1811–1818, όταν κατασκευάστηκε μεγαλύτερο παρεκκλήσι, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1814. Στη μακραίωνη ιστορία του, το μοναστήρι λειτούργησε ως σχολείο, ξενώνας προσκυνητών, ορφανοτροφείο και θερινό καταφύγιο για την αρμενική κοινότητα της Λευκωσίας.
Το 1935 στο μοναστήρι διέμεναν μόνιμα δεκαεπτά άτομα, ενώ φυλάσσονταν εκεί πολύτιμα χειρόγραφα και ιερά κειμήλια. Τα αντικείμενα αυτά μεταφέρθηκαν αρχικά στη Λευκωσία και, το 1947, στην Αγία Έδρα της Κιλικίας, η οποία σήμερα βρίσκεται στο Αντιλίας του Λιβάνου. Μετά την τουρκική εισβολή, το μοναστήρι κατέστη απρόσιτο για τους Αρμενίους της Κύπρου και σταδιακά εγκαταλείφθηκε, οδηγούμενο σε παρακμή και ερείπωση.
Χάρη στις προσπάθειες του Βαρτκές Μαχτεσιάν, το ετήσιο προσκύνημα αναβίωσε στις 6 Μαΐου 2007 και συνεχίστηκε μέχρι το 2016, πριν διακοπεί εκ νέου τα τελευταία χρόνια.