ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΑΡΑΞΙ ΜΙΚΑΕΛΙΑΝ

Σε μια γωνιά του ελληνικού εκπαιδευτικού χάρτη, τα αρμενικά σχολεία διατηρούν
ζωντανή μια γλώσσα και μια ταυτότητα με βαθιές ρίζες στην ιστορία της διασποράς

Μέρος Α. Οι Έλληνες δάσκαλοι

Στην Ελλάδα δραστηριοποιείται εδώ και δεκαετίες η αρμενική κοινότητα, με έντονη παρουσία κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Τα σχολεία του Αρμενικού Κυανού Σταυρού , όπως το «Ζαβαριάν» (1927) και το «Λεβόν και Σοφία Αγκοπιάν» (1962), διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της γλώσσας και του πολιτισμού, προσφέροντας παράλληλα το ελληνικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα και βοηθώντας τα παιδιά να ισορροπούν ανάμεσα στις δύο ταυτότητες.
Τις συνεντεύξεις που ακολουθούν μας παραχώρησαν πρόθυμα οι νηπιαγωγοί και οι δάσκαλοι των ελληνικών στα σχολεία του Αρμενικού Κυανού Σταύρου, στο Νέου Κόσμο και στη Νίκαια. Συγκεκριμένα, από το Νηπιαγωγείο «Χαγιαστάν Ουσακλιάν» (Ζαβαριάν), η νηπιαγωγός Ευθυμία (Έφη) Κυριακίδου, από το Δημοτικό Σχολείο «Ζαβαριάν» η μουσικός Αιμιλία Φωληά και η δασκάλα των ελληνικών Δέσποινα Μακεδονοπούλου, από το Νηπιαγωγείο «Λεβόν και Σοφία Αγκοπιάν» η νηπιαγωγός Μαρία Δημάκη, από το Δημοτικό Σχολείο «Λεβόν και Σοφία Αγκοπιάν» η γυμνάστρια Ζωή Παπαϊωαννίδου και ο δάσκαλος των ελληνικών Γιάννης Τσιγκούνης.
Η παρούσα εργασία εξετάζει τις εμπειρίες Ελλήνων εκπαιδευτικών που εργάζονται σε αυτά τα σχολεία, μέσα από συνεντεύξεις που αναδεικνύουν ζητήματα διγλωσσίας, παιδαγωγικών προσεγγίσεων και συνεργασίας σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί βρέθηκαν εκεί είτε μέσω προτάσεων είτε τυχαία, αλλά παρέμειναν για πολλά χρόνια, αναπτύσσοντας ισχυρούς δεσμούς με τα σχολεία και την κοινότητα.
Η ένταξη Ελλήνων εκπαιδευτικών στα αρμενικά σχολεία συχνά δεν αποτελεί μια εξαρχής συνειδητή επαγγελματική επιλογή, αλλά προκύπτει μέσα από συγκυρίες, προτάσεις ή διοικητικές τοποθετήσεις.
Όπως προκύπτει από τις εμπειρίες των ίδιων των εκπαιδευτικών, η επαφή με τα συγκεκριμένα σχολεία οδηγεί πολλές φορές σε μακροχρόνια παραμονή, καθώς το εργασιακό περιβάλλον και οι ανθρώπινες σχέσεις λειτουργούν καθοριστικά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η νηπιαγωγός Έφη, η οποία, έπειτα από θετικές συστάσεις συναδέλφων της και μια ιδιαίτερα θετική πρώτη επαφή με τη διεύθυνση του σχολείου «Ζαβαριάν», αποφάσισε να ενταχθεί στο δυναμικό του. Η εμπιστοσύνη της σε συναδέλφους και η ελκυστικότητα του δίγλωσσου περιβάλλοντος συνέβαλαν ώστε να παραμείνει στο σχολείο για επτά χρόνια, συνεργαζόμενη στενά με το προσωπικό.
Αντίστοιχα, η Μαρία, νηπιαγωγός του «Λεβόν και Σοφία Αγκοπιάν», ήρθε αρχικά ως αναπληρώτρια το 2007 χωρίς να γνωρίζει το πλαίσιο στο οποίο θα εντασσόταν. Παρότι η πρώτη της θητεία ήταν περιορισμένης διάρκειας, η επαγγελματική της πορεία την οδήγησε ξανά στο ίδιο σχολείο, όπου από το 2013 υπηρετεί μέχρι σήμερα μέσω αποσπάσεων, έχοντας πλέον σταθεροποιήσει την παρουσία της.
Η μουσικός Αιμιλία εντάχθηκε στο σχολείο «Ζαβαριάν» έπειτα από πρόταση συναδέλφου και θετικές αναφορές από το οικογενειακό της περιβάλλον, παρότι αρχικά δεν είχε άμεση γνώση της αρμενικής εκπαιδευτικής κοινότητας. Από το 2017 διδάσκει ελληνικά και αρμενικά τραγούδια, συμβάλλοντας στη μουσική εκπαίδευση των μαθητών.
Η γυμνάστρια Ζωή, με αφετηρία τις εμπειρίες της μητέρας της από την αρμενική κοινότητα, επέλεξε συνειδητά να εργαστεί σε αρμενικό σχολείο, επιδιώκοντας την επαφή με έναν διαφορετικό πολιτισμό. Εδώ και πέντε χρόνια διδάσκει φυσική αγωγή στους μαθητές του σχολείου.
Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί η Δέσποινα Μακεδονοπούλου, η οποία τοποθετήθηκε στο αρμενικό σχολείο το 2001 από την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, χωρίς να έχει προηγηθεί προσωπική επιλογή. Ωστόσο, η μακρόχρονη παραμονή της —πάνω από 25 χρόνια— αποδεικνύει ότι το σχολείο εξελίχθηκε σε χώρο επαγγελματικής και συναισθηματικής σταθερότητας και έγινε το «Σχολείο της Καρδιάς της».
Τέλος, ο δάσκαλος Γιάννης Τσιγκούνης περιγράφει μια εντελώς τυχαία αρχική τοποθέτηση το 1988, η οποία όμως εξελίχθηκε σε πολυετή πορεία στα αρμενικά σχολεία. Παρότι ξεκίνησε χωρίς προηγούμενη γνώση του πλαισίου, η επαγγελματική του διαδρομή τον οδήγησε να υπηρετήσει για δεκαετίες τόσο στο «Ζαβαριάν» όσο και στο «Λεβόν και Σοφία Αγκοπιάν», καθιστώντας την παρουσία του σχεδόν ταυτόσημη με την ιστορία των σχολείων.
Συνολικά, οι αφηγήσεις των εκπαιδευτικών αναδεικνύουν ότι, ακόμη κι όταν η αρχική ένταξη είναι αποτέλεσμα συγκυριών, η εμπειρία στα αρμενικά σχολεία συχνά μετατρέπεται σε μια σταθερή και μακροχρόνια επαγγελματική διαδρομή. Η λειτουργία ενός σχολείου στο οποίο συνυπάρχουν μαθητές με διαφορετική μητρική γλώσσα, όπως τα ελληνικά και τα αρμένικα, συνιστά ένα ιδιαίτερα σύνθετο αλλά και παιδαγωγικά γόνιμο εκπαιδευτικό περιβάλλον.
Η κυρία Έφη επισημαίνει ότι η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε μαθητές με μητρική τα αρμένικα αποτελεί σημαντική παιδαγωγική πρόκληση. Η πρόκληση αυτή σχετίζεται κυρίως με την ανάγκη διαφοροποίησης της διδασκαλίας, ώστε να ανταποκρίνεται στις γλωσσικές ανάγκες των παιδιών και να διασφαλίζεται η ουσιαστική μαθησιακή τους πρόοδος. Ερχόμενη στο περιβάλλον της παιδαγωγού Αναίτ Σαρκισιάν, που η κυρία Άνι το υποστηρίζει και έχει κάνει ολόκληρο σύστημα και το οποίο επιτρέπει την κυρία Έφη να εφαρμόζει αντίστοιχες πρακτικές και στην ελληνική γλώσσα.
Η κυρία Δέσποινα προσεγγίζει τη διαπολιτισμική διάσταση του σχολείου, τονίζοντας ότι οι γλωσσικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες δεν αποτελούν εμπόδιο αλλά εκπαιδευτικό πλεονέκτημα. Η συνύπαρξη δύο γλωσσών και πολιτισμών απαιτεί από τους εκπαιδευτικούς ευελιξία και ικανότητα σύνθεσης διαφορετικών πολιτισμικών στοιχείων. Η ίδια αναφέρεται επίσης στη σημασία των σχολικών εορτών, όπως η 25η Μαρτίου, το Βαρντανάντς και η επέτειος της πρώτης ανεξαρτησίας της Αρμενίας, οι οποίες λειτουργούν ως πεδία πολιτισμικής έκφρασης και ενίσχυσης της διαπολιτισμικής ταυτότητας των μαθητών.
Σύμφωνα με τον κύριο Γιάννη, τα σχολεία της παροικίας διαδραματίζουν καθοριστικό κοινωνικό ρόλο, καθώς συμβάλλουν στη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας των Αρμενίων ανεξαρτήτως γεωγραφικής τοποθέτησης. Η κυρία Αιμιλία, από την πλευρά της, επισημαίνει ότι το μικρό μέγεθος του σχολείου λειτουργεί υποστηρικτικά στην εκπαιδευτική διαδικασία, δημιουργώντας ένα πιο οικογενειακό και ευέλικτο περιβάλλον μάθησης, στο οποίο καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η διεύθυνση του σχολείου.
Ιδιαίτερη διάσταση της εκπαιδευτικής πράξης αποτελεί η φυσική αγωγή, όπως αναδεικνύεται από την κυρία Ζωή. Οι μαθητές παρουσιάζουν αυξημένο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό, γεγονός που αξιοποιείται παιδαγωγικά ως μέσο ενίσχυσης της συνεργασίας και της ένταξης.
Ωστόσο, τα μικρά τμήματα μαθητών αποτελούν οργανωτική πρόκληση, ιδιαίτερα στη διδασκαλία ομαδικών αθλημάτων, απαιτώντας προσαρμοσμένες μεθόδους διδασκαλίας.
Κεντρικό στοιχείο όλων των εκπαιδευτικών προσεγγίσεων αποτελεί η συνεργασία. Η συνεργασία μεταξύ Ελλήνων και Αρμενίων εκπαιδευτικών, καθώς και η συνεργασία με τις οικογένειες, συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία του σχολείου. Όπως επισημαίνεται από τους δασκάλους η συνεπής συνεργασία ενισχύει τη μαθησιακή αποτελεσματικότητα.
Η κυρία Έφη αναφέρεται επίσης στη σημασία της συνεργασίας στην ανίχνευση και αντιμετώπιση μαθησιακών δυσκολιών, ιδιαίτερα όταν υπάρχει διαφορετικό γλωσσικό υπόβαθρο.
Η κοινή παιδαγωγική παρατήρηση επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ πραγματικών μαθησιακών δυσκολιών και γλωσσικών περιορισμών, συμβάλλοντας σε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις.
Η κυρία Δέσποινα και ο κύριος Γιάννης υπογραμμίζουν ότι η συνεργασία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, χαρακτηρίζοντάς την ως «το Α και το Ω». Η ύπαρξη κοινής παιδαγωγικής πολιτικής και η συνεπής επικοινωνία μεταξύ των εκπαιδευτικών ενισχύουν την κατανόηση και την ασφάλεια των μαθητών, οδηγώντας σε βελτιωμένα μαθησιακά αποτελέσματα.
Παράλληλα, η κυρία Ζωή αναδεικνύει τη συναισθηματική διάσταση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, επισημαίνοντας τη σημασία της συνύπαρξης του αρμενικού και του ελληνικού πολιτισμικού στοιχείου. Τα παιδιά λειτουργούν ως φορείς και των δύο πολιτισμών, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ισότιμη ενσωμάτωσή τους στην εκπαιδευτική πρακτική.
Η σχέση με τους γονείς χαρακτηρίζεται από ενεργή συμμετοχή και συνεχή επικοινωνία, ακόμη και όταν υφίστανται γλωσσικά εμπόδια. Η ανάπτυξη ουσιαστικών σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων αναδεικνύεται ως βασικός παράγοντας για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου και την αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών προκλήσεων.
Η κυρία Δέσποινα και η κυρία Ζωή πιστεύουν ότι η εκπαιδευτική διαδικασία στηρίζεται επίσης στη διαφοροποιημένη διδασκαλία, καθώς κάθε μαθητής αντιμετωπίζεται ως μοναδική προσωπικότητα με διαφορετικές ανάγκες και ρυθμό μάθησης. Η προσαρμογή της διδασκαλίας αποτελεί αναγκαία συνθήκη για τη συμπερίληψη όλων των μαθητών στη μαθησιακή διαδικασία.
Ενώ ο αθλητισμός όπως ισχυρίζεται η κυρία Ζωή, και οι ομαδικές δραστηριότητες λειτουργούν ως σημαντικά εργαλεία κοινωνικής ένταξης, προάγοντας τη συνεργασία, την ισότιμη συμμετοχή και την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, ανεξαρτήτως γλωσσικής ή πολιτισμικής προέλευσης.
Οι δάσκαλοι ανέφεραν και τις θετικές εμπειρίες και αναμνήσεις τους.
Η κυρία Μαρία, η νηπιαγωγός, τόνισε ότι όταν βλέπει την εξέλιξη των παιδιών στο δημοτικό και στο γυμνάσιο και όταν, μετά από καιρό, επιστρέφουν στο σχολείο, αυτό είναι πολύ σημαντικό και έτσι το σχολείο γίνεται σημείο αναφοράς.
Ενώ η κυρία Έφη ανέφερε ότι για εκείνη η πιο θετική εμπειρία είναι η αποδοχή, όταν βλέπεις τη χαρά τόσο στα παιδιά όσο και στους γονείς, όταν έρχονται και λένε ωραία πράγματα και εκτιμούν τη δουλειά του εκπαιδευτικού, δεν υπάρχει κάτι πιο όμορφο.
Η κυρία Ζωή είπε ότι σε όλες τις επισκέψεις δέχονται πάντα τα καλύτερα σχόλια. Όπου κι αν πάνε, τα παιδιά δίνουν εξαιρετική εικόνα και ακούν συχνά πολύ θετικά λόγια για τη συμπεριφορά τους. Και μέσα στην τάξη δείχνουν μεγάλο ενθουσιασμό και αγάπη. Δημιουργούν δικά τους παιχνίδια, τα φέρνουν και τα χρησιμοποιούν στο διάλειμμα, κάτι που την χαροποιεί ιδιαίτερα. Αυτή η στάση τους την εμπνέει να ψάχνει και να τους προσφέρει περισσότερα. Τους μαθαίνει ελληνικούς χορούς και εκείνοι την μαθαίνουν αρμενικούς, σε μια όμορφη αλληλεπίδραση.
Ενώ ο κύριος Γιάννης ανέφερε ότι όλα αυτά τα χρόνια είχε την τύχη να συνεργαστεί με εξαιρετικούς ανθρώπους, Αρμένιους και μέλη της κοινότητας, με πολλούς από τους οποίους έχει ακόμη επαφή.
Θυμάται συνεργάτες και διευθυντές με τους οποίους πορεύτηκαν μαζί. Αυτό που κρατάει είναι η αγάπη και η θετική στάση απέναντι στα παιδιά. Ακόμα και σήμερα, όταν συναντά παλιούς μαθητές, εισπράττει πολλή αγάπη.
Η κυρία Αιμιλία μίλησε για τη δική της θετική εμπειρία τονίζοντας τη συμμετοχή στη μεγάλη πολιτική εκδήλωση για την επέτειο της 24ης Απριλίου και η μεγάλη σχολική εκδήλωση και η επίσκεψη στο Λουτράκι σε μια γιορτή του σχολείου, στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού προγράμματος διάρκειας περίπου ενός μήνα. Το πρόγραμμα περιλάμβανε ελληνικά και αρμενικά παραδοσιακά τραγούδια και χορούς.
Η κυρία Δέσποινα θυμήθηκε μια περίπτωση όπου ένας πρώην μαθητής της την πήρε τηλέφωνο συγκινημένος, επειδή η κόρη του βρέθηκε στην ίδια τάξη με τον γιο της συμμαθήτριας του, στην τάξη της κύριας Δέσποινας και έτυχε να τους βάλει να κάτσουν μαζί. Επιπλέον, τόνισε η κυρία Δέσποινα ότι αυτό δείχνει πώς το σχολείο «γυρίζει» μέσα στους ανθρώπους, πώς οι εμπειρίες αυτές επιστρέφουν. Το πώς δημιουργούνται σχέσεις, πώς διαμορφώνονται προσωπικότητες, πώς χτίζεται ένας πολιτισμός μέσα στην τάξη. Τα παιδιά πρέπει να νιώθουν ότι το σχολείο είναι σαν σπίτι τους. Εκεί είναι που πραγματικά κερδίζουμε.
Έτσι λοιπόν σε μια γωνιά του ελληνικού εκπαιδευτικού χάρτη, τα αρμενικά σχολεία διατηρούν ζωντανή μια γλώσσα και μια ταυτότητα με βαθιές ρίζες στην ιστορία της διασποράς. Μέσα από τις εμπειρίες Ελλήνων εκπαιδευτικών που εργάζονται σε αρμενικά σχολεία, αναδεικνύεται μια καθημερινότητα όπου η εκπαίδευση συναντά την πολιτισμική συνύπαρξη, τις προκλήσεις της διγλωσσίας και τη δυναμική μιας δεμένης κοινότητας.