Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν, γνωστός στο αρμενικό κοινό κυρίως για την υπόθεση της έκδοσης το 2012 του Αζέρου αξιωματικού Ραμίλ Σαφαρόφ — καταδικασμένου για τη δολοφονία του Αρμένιου αξιωματικού Κουρκέν Μαρκαριάν — ηττήθηκε στις κοινοβουλευτικές εκλογές της χώρας του, έπειτα από 16 χρόνια παραμονής στην εξουσία. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Πέτερ Μάγιαρ, πρώην στενός συνεργάτης του Όρμπαν που εξελίχθηκε σε έντονο επικριτή του, οδήγησε το κόμμα του Tisza σε καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, σηματοδοτώντας μια σημαντική πολιτική καμπή στην Ουγγαρία και αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για μία από τις πιο σκοτεινές και τραυματικές υποθέσεις στις αρμενοουγγρικές σχέσεις.
Το κόμμα Tisza εξασφάλισε 138 έδρες στο ουγγρικό κοινοβούλιο των 199 εδρών, με ποσοστό 53,6%, ενώ το κόμμα Fidesz του Όρμπαν περιορίστηκε σε 55 έδρες και 37,8% των ψήφων.
Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Νιγκόλ Πασινιάν συνεχάρη τον Πέτερ Μάγιαρ για τη νίκη του, εκφράζοντας προσδοκίες για μια νέα αρχή στις σχέσεις Αρμενίας–Ουγγαρίας. Σε ανάρτησή του στο X, ανέφερε: «Εκφράζω τα θερμά μου συγχαρητήρια στον Πέτερ Μάγιαρ και στον ουγγρικό λαό για τη νίκη στις εκλογές. Οι δημοκρατικές αυτές εκλογές αντανακλούν τη βούληση του λαού και το όραμα της χώρας για το μέλλον».
Για πολλούς Αρμένιους, ωστόσο, η πολιτική κληρονομιά του Όρμπαν ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της εσωτερικής πολιτικής της Ουγγαρίας. Η θητεία του έχει στιγματιστεί από την απόφαση έκδοσης του Σαφαρόφ, η οποία προκάλεσε διεθνή κατακραυγή και οδήγησε σε μακροχρόνια διπλωματική ρήξη μεταξύ Αρμενίας και Ουγγαρίας.
Ο Κουρκέν Μαρκαριάν βρισκόταν στη Βουδαπέστη τον Ιανουάριο του 2004, συμμετέχοντας σε πρόγραμμα του ΝΑΤΟ «Partnership for Peace». Στις 19 Φεβρουαρίου, δολοφονήθηκε στον ύπνο του με τσεκούρι από τον Αζέρο υπολοχαγό Ραμίλ Σαφαρόφ, ο οποίος συμμετείχε επίσης στο πρόγραμμα.
Σύμφωνα με μαρτυρία του συγκάτοικού του, Μπαλάζ Κούτι, ξύπνησε από θορύβους και είδε τον Σαφαρόφ να στέκεται δίπλα στο κρεβάτι του Μαργκαριάν κρατώντας τσεκούρι. Παρά την παρουσία μάρτυρα, ο δράστης συνέχισε την επίθεση και στη συνέχεια μαχαίρωσε επανειλημμένα το θύμα πριν αποχωρήσει.
Η ιατροδικαστική έκθεση κατέγραψε 16 χτυπήματα με τσεκούρι στο πρόσωπο του Μαργκαριάν, σχεδόν αποκεφαλίζοντάς τον, καθώς και πολλαπλές μαχαιριές στο στήθος, επιβεβαιώνοντας την ιδιαίτερη αγριότητα της επίθεσης.
Μετά τη δολοφονία, ο Σαφαρόφ φέρεται να επιχείρησε να επιτεθεί και σε δεύτερο Αρμένιο αξιωματικό που συμμετείχε στο ίδιο πρόγραμμα, χωρίς όμως να καταφέρει να τον εντοπίσει.
Κατά την ανάκριση και τη δίκη του, ο Σαφαρόφ ομολόγησε ότι στόχευσε τον Μαρκαριάν αποκλειστικά λόγω της αρμενικής του καταγωγής.
Το 2006 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης πριν από το 2036, λόγω της προμελέτης και της βαρβαρότητας του εγκλήματος. Ωστόσο, τον Αύγουστο του 2012 οι ουγγρικές αρχές ενέκριναν την έκδοσή του στο Αζερμπαϊτζάν για να εκτίσει εκεί την ποινή του, εξέλιξη που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Αρμενία και τη διεθνή κοινότητα.
Ο Όρμπαν υπερασπίστηκε την απόφαση, δηλώνοντας ότι λήφθηκε σύμφωνα με το εθνικό και διεθνές δίκαιο και ότι η Ουγγαρία ενεργεί με βάση τα συμφέροντά της. Χαρακτηριστικά είχε αναφέρει: «Θα κάναμε το ίδιο αν ένας Αρμένιος είχε σκοτώσει έναν Αζέρο».
Για την Αρμενία, η αιτιολόγηση αυτή ενίσχυσε το αίσθημα προδοσίας. Η έκδοση θεωρήθηκε όχι απλώς νομική διαδικασία, αλλά σοβαρή ηθική αποτυχία, καθώς αγνοούσε τη ρατσιστική και προμελετημένη φύση του εγκλήματος και την προφανή πιθανότητα ατιμωρησίας του δράστη στο Αζερμπαϊτζάν.
Μετά την έκδοση, η Αρμενία διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με την Ουγγαρία.
Στο Αζερμπαϊτζάν, ο Σαφαρόφ έτυχε υποδοχής ήρωα: του απονεμήθηκε προεδρική χάρη, προήχθη σε ταγματάρχη, του παραχωρήθηκε κατοικία και καταβλήθηκαν αναδρομικά οκτώ ετών. Αξιωματούχοι της χώρας τον παρουσίασαν ως «παράδειγμα πατριωτισμού» για τη νεολαία.
Η υπόθεση εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ανοχής και εξύμνησης της αντι-αρμενικής βίας στο Αζερμπαϊτζάν, συνδέοντας το όνομα του Όρμπαν στη συλλογική μνήμη πολλών Αρμενίων με μια απόφαση που είχε βαρύ πολιτικό και ηθικό αποτύπωμα.
Το 2017, δημοσιογραφικές έρευνες του OCCRP έκαναν λόγο για πιθανές οικονομικές διασυνδέσεις γύρω από την έκδοση, αναφέροντας μεταφορές άνω των 9 εκατομμυρίων δολαρίων προς ουγγρικούς λογαριασμούς συνδεδεμένους με υπεράκτια εταιρεία συμφερόντων του γιου του Αζέρου αναπληρωτή πρωθυπουργού. Η τύχη των χρημάτων παραμένει αδιευκρίνιστη.

Πηγή: zartonkmedia.com