Σαρκίς Αγαμπατιάν

Ο θρύλος του Αρμενικού ποδοσφαίρου Νικίτα Σιμονιάν γιόρτασε τα 99α γενέθλιά του στις 12 Οκτωβρίου και είναι πλέον ο γηραιότερος εν ζωή Ολυμπιονίκης μετά τον θάνατο του Γάλλου ποδηλάτη Σαρλ Κοστ.
Ο Σιμονιάν κέρδισε το χρυσό μετάλλιο με την ομάδα ποδοσφαίρου της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης το 1956 και παραμένει μια από τις πιο σεβαστές προσωπικότητες στην ιστορία του αρμενικού και σοβιετικού ποδοσφαίρου, με μια κληρονομιά που εκτείνεται τόσο στον παγκόσμιο αθλητισμό όσο και στο αρμενικό ποδόσφαιρο.
Με τον θάνατο του Σαρλ Κοστ – Ολυμπιονίκη ποδηλασίας στο Λονδίνου το 1948, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 101 ετών – ο Σιμονιάν κατέχει πλέον τον τίτλο του γηραιότερου εν ζωή Ολυμπιονίκη στον κόσμο.
Ο Σιμονιάν γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1926, στο Αρμαβίρ και μεγάλωσε σε μια οικογένεια βαθιά ριζωμένη στην Αρμενική Διασπορά. Ξεκίνησε την καριέρα του στο ποδόσφαιρο στην ομάδα νέων της Ντιναμό Σουχούμι πριν μετακομίσει στη Μόσχα το 1946 για να ενταχθεί στην Κρίλια Σοβέτοφ Μόσχας. Το 1949, υπέγραψε στη Σπαρτάκ Μόσχας, όπου έπαιξε δέκα χρόνια σε 233 αγώνες πρωταθλήματος, σημειώνοντας 133 γκολ, και έγινε ο κορυφαίος σκόρερ όλων των εποχών του συλλόγου.
Αναδείχθηκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ στο σοβιετικό πρωτάθλημα (1949, 1950, 1953) και βοήθησε τη Σπαρτάκ να αναδειχθεί πρωταθλήτρια το 1952, το 1953, το 1956 και το 1958, καθώς και κυπελλούχος της ΕΣΣΔ το 1950 και το 1958.
Σε διεθνές επίπεδο, ο Σιμονιάν αγωνίστηκε 20 φορές με την εθνική ομάδα της ΕΣΣΔ από το 1954 ως το 1958, πετυχαίνοντας 10 γκολ. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης το 1956, κέρδισε το χρυσό μετάλλιο με την ΕΣΣΔ. Ήταν επίσης αρχηγός της εθνικής ομάδας της ΕΣΣΔ στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, αφού ο βασικός αρχηγός είχε τραυματιστεί.
Πέρα από την ποδοσφαιρική του καριέρα, ο Σιμονιάν άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στο αρμενικό ποδόσφαιρο προπονώντας την Αραράτ Γερεβάν από το 1973 ως το 1974, οδηγώντας την ομάδα σε ένα ιστορικό νταμπλ: τον τίτλο του πρωταθλήματος και το Κύπελλο της ΕΣΣΔ. Αργότερα επέστρεψε για να προπονήσει τον σύλλογο την περίοδο 1984-1985.
Προπόνησε επίσης τη Σπαρτάκ Μόσχας από το 1960 ως το 1965 και από το 1967 ως το 1972, καθώς και την εθνική ομάδα της ΕΣΣΔ σε αρκετές περιπτώσεις, διατηρώντας έτσι την επιρροή του στο σοβιετικό και ρωσικό ποδόσφαιρο πολύ μετά την αποχώρησή του από το ποδόσφαιρο.
Ο Σιμονιάν κατείχε υψηλόβαθμες διοικητικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών του Αντιπροέδρου και του Αναπληρωτή Προέδρου της Ρωσικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (RFU), επεκτείνοντας τη συμβολή του στον αθλητισμό πολύ πέρα από τους αγωνιστικούς χώρους. Τα επιτεύγματά του αναγνωρίστηκαν με πολλά κρατικά βραβεία, συμπεριλαμβανομένου του τίτλου «Master of Sports» της ΕΣΣΔ (1954), του Διακεκριμένου [émérite] Προπονητή της RSFSR (1968), του Άξιου [méritant] Προπονητή της ΕΣΣΔ (1970) και του Τάγματος Αξίας [Ordre du Mérite] για την Πατρίδα (4ης Τάξης) το 2011.
Η θητεία του Σιμονιάν ως προπονητή της ποδοσφαιρικής ομάδας Αραράτ παραμένει ένα από τα πιο ένδοξα κεφάλαια στην ιστορία του αρμενικού αθλητισμού, συμβολίζοντας την εθνική αριστεία κατά τη σοβιετική εποχή. Για την αρμενική αθλητική κοινότητα, είναι μια εμβληματική προσωπικότητα, ένα πρότυπο του οποίου η καριέρα αποτελεί παράδειγμα της αρμενικής αριστείας στον σοβιετικό αθλητισμό και διαιωνίζει την κληρονομιά των επιτευγμάτων της Αρμενικής Διασποράς.